to birdwatch
Pronunciation
/bˈɜːrdwɑːtʃ/

Ορισμός και σημασία του "birdwatch"στα αγγλικά

to birdwatch
01

παρατηρώ πουλιά, ασχολούμαι με την ορνιθολογία

watch and study birds in their natural habitat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
birdwatch
γ΄ ενικό πρόσωπο
birdwatches
ενεστώτα μετοχή
birdwatching
απλός αόριστος
birdwatched
παθητική μετοχή
birdwatched
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store