Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to birdwatch
01
παρατηρώ πουλιά, ασχολούμαι με την ορνιθολογία
watch and study birds in their natural habitat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
birdwatch
γ΄ ενικό πρόσωπο
birdwatches
ενεστώτα μετοχή
birdwatching
απλός αόριστος
birdwatched
παθητική μετοχή
birdwatched
Λεξικό Δέντρο
birdwatcher
birdwatching
birdwatch
bird
watch



























