Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transact
01
συνάπτω συναλλαγές, κάνω επιχειρήσεις
to do business with another person or company
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transact
γ΄ ενικό πρόσωπο
transacts
ενεστώτα μετοχή
transacting
απλός αόριστος
transacted
παθητική μετοχή
transacted
Παραδείγματα
The bank uses secure online platforms to allow customers to transact safely from the comfort of their homes.
Η τράπεζα χρησιμοποιεί ασφαλείς διαδικτυακές πλατφόρμες για να επιτρέπει στους πελάτες να συναλλάσσονται με ασφάλεια από την άνεση του σπιτιού τους.
Λεξικό Δέντρο
transaction
transactor
transact



























