Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transact
01
συνάπτω συναλλαγές, κάνω επιχειρήσεις
to do business with another person or company
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transact
γ΄ ενικό πρόσωπο
transacts
ενεστώτα μετοχή
transacting
απλός αόριστος
transacted
παθητική μετοχή
transacted
Παραδείγματα
During the meeting, the two companies agreed to transact a significant merger deal, marking a new era of collaboration.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, οι δύο εταιρείες συμφώνησαν να συναλλάξουν μια σημαντική συμφωνία συγχώνευσης, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή συνεργασίας.
Λεξικό Δέντρο
transaction
transactor
transact



























