Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tranquil
01
ήρεμος, ειρηνικός
feeling calm and peaceful, without any disturbances or things that might be upsetting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tranquil
συγκριτικός βαθμός
more tranquil
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tranquil lake mirrored the clear blue sky, offering a perfect escape from the busy world.
Η ήρεμη λίμνη αντικατόπτριζε τον καθαρό γαλάζιο ουρανό, προσφέροντας μια τέλεια διαφυγή από τον πολυάσχολο κόσμο.
02
ήρεμος, γαλήνιος
(of water) calm and unaffected by strong waves
Παραδείγματα
The lake was tranquil, reflecting the mountains perfectly.
Η λίμνη ήταν ήρεμη, αντικατοπτρίζοντας τέλεια τα βουνά.
Λεξικό Δέντρο
tranquilize
tranquilly
tranquil



























