birdhouse
bird
ˈbɜ:d
bēd
house
haʊs
haws

Ορισμός και σημασία του "birdhouse"στα αγγλικά

01

σπιτάκι για πουλιά, τεχνητή φωλιά

a small, man-made structure designed to provide a nesting place for birds 
birdhouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birdhouses
Παραδείγματα
She hung a birdhouse on the tree in her backyard to attract more birds. 

Κρέμασε ένα σπιτάκι για πουλιά στο δέντρο στην πίσω αυλή της για να προσελκύσει περισσότερα πουλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

birdhouse

bird

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store