Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Birdhouse
01
σπιτάκι για πουλιά, τεχνητή φωλιά
a small, man-made structure designed to provide a nesting place for birds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
birdhouses
Παραδείγματα
The birdhouse needed cleaning after the birds had flown south for the winter.
Το σπιτάκι των πουλιών χρειαζόταν καθαρισμό αφού τα πουλιά είχαν πετάξει νότια για το χειμώνα.
Λεξικό Δέντρο
birdhouse
bird
house



























