birder
bir
ˈbɜ:
μπερ
der
ντα
borderbinderbidder

Ορισμός και σημασία του "birder"στα αγγλικά

01

παρατηρητής πτηνών, φιλόπτωχος

a person who pursues birdwatching as a hobby 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birders
Παραδείγματα
She traveled to exotic destinations around the world to add rare species to her life list as a dedicated birder. 

Ταξίδεψε σε εξωτικούς προορισμούς σε όλο τον κόσμο για να προσθέσει σπάνια είδη στη λίστα της ως αφοσιωμένη παρατηρήτρια πτηνών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

birder
bird
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store