Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tragically
01
τραγικά
in a way that is extremely unfortunate, sorrowful, or leads to great distress
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The car accident tragically claimed the lives of two innocent pedestrians.
Το αυτοκινητιστικό ατύχημα τραγικά κόστισε τη ζωή δύο αθώων πεζών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tragically
tragical
tragic



























