town hall
town
taʊn
tawn
hall
hɔ:l
hawl

Ορισμός και σημασία του "town hall"στα αγγλικά

01

δημαρχείο, πραξικόπημα

a building in which the officials of a town work 
town hall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
town halls
Παραδείγματα
The mayor held a meeting at the town hall to discuss community concerns. 

Ο δήμαρχος πραγματοποίησε μια συνάντηση στο δημαρχείο για να συζητήσει τις ανησυχίες της κοινότητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store