towering
towe
ˈtaʊə
tawe
ring
rɪng
ring
towellingtotteringtoweling

Ορισμός και σημασία του "towering"στα αγγλικά

01

εντυπωσιακός, τεράστιος

having an impressive height 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most towering
συγκριτικός βαθμός
more towering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The towering skyscraper dominated the city’s skyline. 

Ο επιβλητικός ουρανοξύστης κυριαρχούσε στο ορίζοντα της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store