Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Touristry
01
τουρισμός, τουριστική βιομηχανία
the business of providing services to tourists
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
touristry
tourist
tour



























