Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to touch down
[phrase form: touch]
01
προσγειώνω, ακουμπώ στο έδαφος
(of an aircraft or spacecraft) to land on the ground
Intransitive: to touch down somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
touch
ενεστώτας
touch down
γ΄ ενικό πρόσωπο
touches down
ενεστώτα μετοχή
touching down
απλός αόριστος
touched down
παθητική μετοχή
touched down
Παραδείγματα
As the hot air balloon descended, the experienced pilot aimed to touch down softly in the designated landing area.
Καθώς το θερμοαερόστατο κατέβαινε, ο έμπειρος πιλότος στόχευε να προσγειωθεί απαλά στην καθορισμένη περιοχή προσγείωσης.



























