Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toss back
[phrase form: toss]
01
πίνω γρήγορα, καταπίνω
to drink a beverage quickly, often in a casual or informal manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
toss
ενεστώτας
toss back
γ΄ ενικό πρόσωπο
tosses back
ενεστώτα μετοχή
tossing back
απλός αόριστος
tossed back
παθητική μετοχή
tossed back
Παραδείγματα
The group decided to toss back their sodas before heading into the movie.
Η ομάδα αποφάσισε να καταπιεί τα σόδα τους πριν μπουν στην ταινία.
02
πετώ πίσω, ρίχνω απερίσκεπτα
to casually throw something back using a swift, light movement
Παραδείγματα
While we were cleaning up, she kept tossing back empty bottles into the recycling bin.
Ενώ καθαρίζαμε, συνέχιζε να πετάει τα άδεια μπουκάλια στον κάδο ανακύκλωσης.



























