torpor
tor
ˈtɔ:
taw
por

Ορισμός και σημασία του "torpor"στα αγγλικά

01

νωθρότητα, λήθαργος

a state in which an animal's metabolic rate and activity are significantly reduced 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
torpors
Παραδείγματα
The bear's torpor during hibernation is a natural way to conserve energy throughout the winter months. 

Η νωθρότητα της αρκούδας κατά τη χειμερία νάρκη είναι ένας φυσικός τρόπος για τη διατήρηση ενέργειας κατά τους χειμερινούς μήνες.

02

νωθρότητα, λήθαργος

a state of sluggishness and lack of energy 
Παραδείγματα
After the long meeting, a sense of torpor settled over the employees, making it hard to concentrate on their tasks. 

Μετά τη μακρά συνάντηση, μια αίσθηση νωθρότητας επικράτησε στους εργαζόμενους, δυσκολεύοντας τη συγκέντρωση στις εργασίες τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store