Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to torpefy
01
μουδιάζω, παραλύω
to make a part of the body or the whole of it numb, immobile, or inactive
Transitive: to torpefy a person or a body part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
torpefy
γ΄ ενικό πρόσωπο
torpefies
ενεστώτα μετοχή
torpefying
απλός αόριστος
torpefied
παθητική μετοχή
torpefied
Παραδείγματα
The snakebite venom torpefied his leg for a while.
Το δηλητήριο του φιδιού μούδιασε το πόδι του για λίγο.



























