to torpefy
tor
ˈtɔ:
taw
pe
pi
fy
faɪ
fai

Ορισμός και σημασία του "torpefy"στα αγγλικά

to torpefy
01

μουδιάζω, παραλύω

to make a part of the body or the whole of it numb, immobile, or inactive 
Transitive: to torpefy a person or a body part
to torpefy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
torpefy
γ΄ ενικό πρόσωπο
torpefies
ενεστώτα μετοχή
torpefying
απλός αόριστος
torpefied
παθητική μετοχή
torpefied
Παραδείγματα
The cold temperature began to torpefy his fingers and toes. 

Η κρύα θερμοκρασία άρχισε να μουδιάζει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store