Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Topknot
01
κότσο, πλεξούδα
a type of hairstyle made by winding the hair in a bun on the top of the head
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
topknots
02
διακοσμητικός κότσος, διακοσμητικό φιόγκκο
headdress consisting of a decorative ribbon or bow worn in the hair
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
topknot
top
knot



























