Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tope
01
πίνω υπερβολικές ποσότητες αλκοόλ, είμαι αλκοολικός
drink excessive amounts of alcohol; be an alcoholic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tope
γ΄ ενικό πρόσωπο
topes
ενεστώτα μετοχή
toping
απλός αόριστος
toped
παθητική μετοχή
toped
Tope
01
στούπα, τσόρτεν
a dome-shaped shrine erected by Buddhists
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topes



























