to top out
Pronunciation
/tˈɑːp ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "top out"στα αγγλικά

to top out
01

φτάνω στο μέγιστο επίπεδο, φτάνω στην υψηλότερη κορυφή

to reach the maximum level or highest point in intensity, amount, or development

peak

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
top
ενεστώτας
top out
γ΄ ενικό πρόσωπο
tops out
ενεστώτα μετοχή
topping out
απλός αόριστος
topped out
παθητική μετοχή
topped out
Παραδείγματα
The stock prices topped out before experiencing a decline in the market.
Οι τιμές των μετοχών έφτασαν στο αποκορύφωμά τους πριν βιώσουν μια πτώση στην αγορά.
02

ολοκληρώνω την κορυφή, τελειώνω το πάνω μέρος

provide with a top or finish the top (of a structure)
03

εγκαταλείπω στην κορυφή, τα παρατάω στη στιγμή της επιτυχίας

give up one's career just as one becomes very successful
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store