toothsome
tooth
tuθ
tooth
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "toothsome"στα αγγλικά

01

γευστικός, ορεκτικός

acceptable to the taste or mind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toothsome
συγκριτικός βαθμός
more toothsome
διαβαθμίσιμο
02

αισθησιακός, γοητευτικός

having strong sexual appeal 
03

νόστιμος, γευστικός

very pleasant to taste 
Παραδείγματα
The chef's new dessert was absolutely toothsome, leaving everyone at the table satisfied. 

Το νέο επιδόρπιο του σεφ ήταν απολύτως νόστιμο, αφήνοντας όλους στο τραπέζι ικανοποιημένους.

Λεξικό Δέντρο

toothsomeness
toothsome

tooth

+

some

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store