Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toothbrush
01
οδοντόβουρτσα, βουρτσα για τα δόντια
a small brush with a long handle that we use for cleaning our teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toothbrushes
Παραδείγματα
He applied toothpaste to his toothbrush and started brushing his teeth in circular motions.
Έβαλε οδοντόκρεμα στο οδοντόβουρτσο του και άρχισε να πλένει τα δόντια του με κυκλικές κινήσεις.
02
οδοντόβουρτσα
slang for a mustache
Λεξικό Δέντρο
toothbrush
tooth
brush



























