toolbox
tool
tu:l
τουλ
box
bɑ:ks
μπακσ
/tˈuːlbɒks/
tool box

Ορισμός και σημασία του "toolbox"στα αγγλικά

01

εργαλειοθήκη, κουτί εργαλείων

a portable, often metal box for organizing and keeping tools in
toolbox definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toolboxes
Παραδείγματα
The carpenter 's toolbox was a well-worn wooden chest filled with saws, hammers, and measuring tapes.
Η εργαλειοθήκη του ξυλουργού ήταν ένα φθαρμένο ξύλινο σεντούκι γεμάτο με πριόνια, σφυριά και μεζούρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store