Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toolbar
01
γραμμή εργαλείων, γραμμή εικονιδίων
a row of icons that are on a display screen and one can click or tap on to perform specific tasks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toolbars
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
toolbar
tool
bar



























