Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toll road
01
διάδρομος διόδου, οδός με διόδια
a road where drivers must pay a fee to use, often to fund maintenance and improvements
Παραδείγματα
The toll road was busy during holiday weekends.
Ο δρόμος διόδου ήταν πολυσύχναστος κατά τα σαββατοκύριακα των διακοπών.



























