toll plaza
toll
ˈtəʊl
tewl
pla
plɑ:
plaa
za

Ορισμός και σημασία του "toll plaza"στα αγγλικά

01

διόδια, πλατεία διόδων

a designated area on a road or highway where vehicles must pay a fee or toll 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toll plazas
Παραδείγματα
We stopped at the toll plaza to pay the toll before continuing on the highway. 

Σταματήσαμε στην πλατεία διόδου για να πληρώσουμε το διόδιο πριν συνεχίσουμε στην εθνική οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store