Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tolerant
01
ανεκτικός, επιεικής
showing respect to what other people say or do even when one disagrees with them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tolerant
συγκριτικός βαθμός
more tolerant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tolerant teacher encouraged open discussions in the classroom, fostering an environment where students felt free to express diverse viewpoints without fear of judgment.
Ο ανεκτικός δάσκαλος ενθάρρυνε ανοιχτές συζητήσεις στην τάξη, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου οι μαθητές αισθάνονταν ελεύθεροι να εκφράζουν διαφορετικές απόψεις χωρίς φόβο κρίσης.
02
ανεκτικός, ανθεκτικός
able to withstand particular environmental conditions or physiological stress
Παραδείγματα
The plant is tolerant of drought.
Το φυτό είναι ανθεκτικό στην ξηρασία.
03
ανθεκτικός, ανεκτικός
having the ability to endure hardship, strain, or adverse conditions
Παραδείγματα
The athlete remains tolerant of physical exertion.
Ο αθλητής παραμένει ανεκτικός στη σωματική καταπόνηση.
Λεξικό Δέντρο
intolerant
tolerantly
tolerant
toler



























