Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toiletry
01
αξεσουάρ μπάνιου, προϊόντα προσωπικής υγιεινής
any product or item used for personal hygiene or grooming, such as toothpaste, shampoo, soap, deodorant, and razors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toiletries
Παραδείγματα
The bathroom cabinet is filled with various toiletries like lotions and razors.
Το ντουλάπι του μπάνιου είναι γεμάτο με διάφορα προϊόντα προσωπικής υγιεινής όπως λοσιόν και ξυράφια.
Λεξικό Δέντρο
toiletry
toilet



























