toiletry
toi
ˈtɔɪ
τοϊ
let
lət
λατ
ry
ri
ρι
/tˈɔ‍ɪlɪtɹi/

Ορισμός και σημασία του "toiletry"στα αγγλικά

01

αξεσουάρ μπάνιου, προϊόντα προσωπικής υγιεινής

any product or item used for personal hygiene or grooming, such as toothpaste, shampoo, soap, deodorant, and razors
toiletry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toiletries
Παραδείγματα
The bathroom cabinet is filled with various toiletries like lotions and razors.
Το ντουλάπι του μπάνιου είναι γεμάτο με διάφορα προϊόντα προσωπικής υγιεινής όπως λοσιόν και ξυράφια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store