Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toilet-train
01
εκπαιδεύω στη χρήση της τουαλέτας, εκπαιδεύω στο πισιέ
to teach a young child how to use the toilet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toilet-train
γ΄ ενικό πρόσωπο
toilet-trains
ενεστώτα μετοχή
toilet-training
απλός αόριστος
toilet-trained
παθητική μετοχή
toilet-trained
Παραδείγματα
They began to toilet-train their toddler at age two.
Άρχισαν να εκπαιδεύουν στην τουαλέτα το μικρό τους παιδί σε ηλικία δύο ετών.



























