Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to a great extent
01
σε μεγάλο βαθμό, κατά μεγάλο μέρος
to a significant or substantial degree, indicating a major impact or influence
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The project's success was due to a great extent to her innovative ideas.
Η επιτυχία του έργου οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις καινοτόμες ιδέες της.



























