Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to titillate
01
γαργαλώ, αγγίζω ελαφρά
touch (a body part) lightly so as to excite the surface nerves and cause uneasiness, laughter, or spasmodic movements
02
γαργαλάω, διεγείρω
excite pleasurably or erotically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
titillate
γ΄ ενικό πρόσωπο
titillates
ενεστώτα μετοχή
titillating
απλός αόριστος
titillated
παθητική μετοχή
titillated
Λεξικό Δέντρο
titillated
titillating
titillation
titillate



























