Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Titan
01
Τιτάνας, ο μεγαλύτερος από τους δορυφόρους του Κρόνου; έχει μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα αζώτου
the largest of the satellites of Saturn; has a hazy nitrogen atmosphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
titans
02
Τιτάνας, Τιτάνας
(Greek mythology) any of the primordial giant gods who ruled the Earth until overthrown by Zeus; the Titans were offspring of Uranus (Heaven) and Gaea (Earth)
Παραδείγματα
The renowned inventor was a titan in the field of technology, revolutionizing the industry.
Ο διάσημος εφευρέτης ήταν ένας τιτάνας στον τομέα της τεχνολογίας, επαναστατώντας τη βιομηχανία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
titanic
titan



























