tinned
tin
tɪn
tin
ned
nɛd
ned
thinnedtannedtinedtwinned

Ορισμός και σημασία του "tinned"στα αγγλικά

01

κονσερβαρισμένος, σε κονσέρβα

(of food) preserved and sold in a can 
tinned definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, packaging, preservation
Παραδείγματα
She used tinned tomatoes to make a quick and flavorful pasta sauce. 

Χρησιμοποίησε κονσερβοποιημένες ντομάτες για να φτιάξει μια γρήγορη και γευστική σάλτσα μακαρονιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tinned
tin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store