times
times
taɪmz
taimz
rheims

Ορισμός και σημασία του "times"στα αγγλικά

01

πολλαπλασιασμός, φορές

the arithmetic operation of multiplication, regarded as a concept or process 
times definition and meaning
Παραδείγματα
Times is one of the four basic operations in arithmetic. 

Πολλαπλασιασμός είναι μία από τις τέσσερις βασικές πράξεις στην αριθμητική.

02

εποχή, χρόνοι

a distinct period of history or culture, or a specific moment or duration of time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
times
Παραδείγματα
In medieval times, castles were centers of power. 

Στους μεσαιωνικούς χρόνους, τα κάστρα ήταν κέντρα εξουσίας.

01

επί, πολλαπλασιασμένο με

used to multiply a number by another 
times definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Three times four equals twelve. 

Τρία επί τέσσερα ίσον δώδεκα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store