tilth
tilth
tɪlθ
tilth
filth

Ορισμός και σημασία του "tilth"στα αγγλικά

01

οργωμένη γη, καλλιεργημένο έδαφος

land that has been prepared or cultivated, ready for planting or sowing seeds 
tilth definition and meaning
Παραδείγματα
The ancient farmers plowed the land diligently, striving to achieve optimal tilth for their crops. 

Οι αρχαίοι αγρότες όργωναν τη γη επιμελώς, προσπαθώντας να επιτύχουν τη βέλτιστη καλλιέργεια για τις καλλιέργειές τους.

02

κατάσταση του εδάφους, κατάσταση του εδάφους για την ανάπτυξη των φυτών

the state of aggregation of soil and its condition for supporting plant growth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tilths

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store