Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tile
01
πλακάκι, κέραμος
a flat piece of baked clay or other material, mostly in the shape of a square, used for covering floors or walls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tiles
Παραδείγματα
The kitchen floor was covered in ceramic tiles, creating a clean and durable surface that was easy to clean.
Το πάτωμα της κουζίνας ήταν καλυμμένο με κεραμικά πλακάκια, δημιουργώντας μια καθαρή και ανθεκτική επιφάνεια που ήταν εύκολο να καθαριστεί.
02
πλακάκι, κάρτα
a flat, thin piece marked with characters or symbols, used in board games such as Mah-Jong or Scrabble
Παραδείγματα
She drew a tile from the bag in Scrabble.
Έβγαλε ένα πλακίδιο από την τσάντα στο Scrabble.
03
κέραμος, πλακάκι
a flat, baked clay piece used for roofing
Παραδείγματα
The tiles protect the building from the elements.
Τα κεραμίδια προστατεύουν το κτίριο από τις καιρικές συνθήκες.
to tile
01
πλακοστρώνω, καλύπτω με πλακάκια
to cover a surface, floor, or roof with tiles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tile
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiles
ενεστώτα μετοχή
tiling
απλός αόριστος
tiled
παθητική μετοχή
tiled
Παραδείγματα
They tiled the kitchen floor with ceramic tiles.
Έχουν πλακοστρώσει το πάτωμα της κουζίνας με κεραμικά πλακάκια.



























