Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tikka
01
τίκα, πιάτο με κομμάτια κρέατος ή λαχανικών που έχουν μαριναριστεί σε πικάντικη σάλτσα
a dish of pieces of meat or vegetables that have been marinated in a spicy sauce, originated in India
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tikkas



























