tikka
ti
ˈtɪ
ti
kka
tacca

Ορισμός και σημασία του "tikka"στα αγγλικά

01

τίκα, πιάτο με κομμάτια κρέατος ή λαχανικών που έχουν μαριναριστεί σε πικάντικη σάλτσα

‌a dish of pieces of meat or vegetables that have been marinated in a spicy sauce, originated in India 
tikka definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tikkas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store