Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tigress
01
θηλυκή τίγρη, μια θηλυκή τίγρη
a female tiger, typically recognized by her orange fur with black stripes and white underparts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
tigresses
αρσενικό ενικό
tiger
θηλυκό ενικό
tigress
neutral form
tiger
LanGeek



























