Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tightrope
01
τεντωμένο σχοινί, σύρμα ακροβασίας
tightly stretched rope or wire on which acrobats perform high above the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tightropes
02
σχοινί, δύσκολη κατάσταση
a situation where one must navigate carefully to avoid problems or failure
Παραδείγματα
Handling the media while maintaining privacy is a tightrope act for many celebrities.
Η διαχείριση των μέσων ενώ διατηρείται η ιδιωτική ζωή είναι μια πράξη ισορροπίας (tightrope) για πολλά διασημότητα.
Λεξικό Δέντρο
tightrope
tight
rope



























