tightrope
tight
ˈtaɪt
ταιτ
rope
roʊp
ρουπ
/tˈa‍ɪtɹə‍ʊp/

Ορισμός και σημασία του "tightrope"στα αγγλικά

01

τεντωμένο σχοινί, σύρμα ακροβασίας

tightly stretched rope or wire on which acrobats perform high above the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tightropes
02

σχοινί, δύσκολη κατάσταση

a situation where one must navigate carefully to avoid problems or failure
Παραδείγματα
Handling the media while maintaining privacy is a tightrope act for many celebrities.
Η διαχείριση των μέσων ενώ διατηρείται η ιδιωτική ζωή είναι μια πράξη ισορροπίας (tightrope) για πολλά διασημότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store