Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tike
01
παιδί, νέος
a young person of either sex
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tikes
02
αγροίκος, αγενής
a crude uncouth ill-bred person lacking culture or refinement



























