tike
tike
taɪk
ταικ
/tˈaɪk/

Ορισμός και σημασία του "tike"στα αγγλικά

01

παιδί, νέος

a young person of either sex
tike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tikes
02

αγροίκος, αγενής

a crude uncouth ill-bred person lacking culture or refinement
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store