Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tieback
01
κοσμητική θηλιά, διακοσμητικό πέταλο
a decorative loop or band that holds a panel away from the window when not in use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tiebacks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tieback
tie
back



























