tie-up
tie
taɪ
tai
up
ʌp
ap
fry-uphigh-up

Ορισμός και σημασία του "tie-up"στα αγγλικά

01

διακοπή, διακοπή

an interruption of normal activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tie-ups
02

συνεργασία, συμμαχία

an agreement in which two companies become business partners 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store