tie-up
tie
taɪ
ται
up
ʌp
απ
/tˈaɪˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "tie-up"στα αγγλικά

01

διακοπή, διακοπή

an interruption of normal activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tie-ups
02

συνεργασία, συμμαχία

an agreement in which two companies become business partners
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store