to tidy up
ti
ˈtaɪ
ται
dy
di
ντι
up
ʌp
απ

Ορισμός και σημασία του "tidy up"στα αγγλικά

to tidy up
01

τακτοποιώ, καθαρίζω

to make a place neat and orderly by putting things away, cleaning, or organizing 
Transitive: to tidy up a place
to tidy up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tidy
ενεστώτας
tidy up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tidies up
ενεστώτα μετοχή
tidying up
απλός αόριστος
tidied up
παθητική μετοχή
tidied up
Παραδείγματα
She tidied up the messy closet. 

Τακτοποίησε την ακατάστατη ντουλάπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store