thunderstorm
thun
ˈθʌn
θαν
der
ντα
storm
stɔ:m
στομ

Ορισμός και σημασία του "thunderstorm"στα αγγλικά

01

καταιγίδα, καταιγίδα με κεραυνούς

‌a storm with thunder and lightning and often heavy rain 
thunderstorm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
thunderstorms
Παραδείγματα
He captured a stunning photograph of a lightning bolt during the thunderstorm. 

Κατέγραψε μια εντυπωσιακή φωτογραφία μιας αστραπής κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thunderstorm

thunder

+

storm

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store