Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thumbtack
01
πινέζα, καρφίτσα
a short pin with a flat round head that is used to fasten paper to a wall or board
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thumbtacks
Παραδείγματα
She pinned the memo to the bulletin board using a yellow thumbtack.
Κάρφωσε το σημείωμα στον πίνακα ανακοινώσεων με ένα κίτρινο πινέζα.
to thumbtack
01
καρφιτσώνω με πινέζες, συνδέω με πινέζες
to attach or secure something using thumbtacks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thumbtack
γ΄ ενικό πρόσωπο
thumbtacks
ενεστώτα μετοχή
thumbtacking
απλός αόριστος
thumbtacked
παθητική μετοχή
thumbtacked
Παραδείγματα
She thumbtacked the poster to the wall.
Καρφίτωσε την αφίσα στον τοίχο με πινέζες.
Λεξικό Δέντρο
thumbtack
thumb
tack



























