Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thump
01
χτυπώ, κοπανώ
to hit or strike heavily with the hand or a blunt object, producing a dull, muffled sound
Transitive: to thump sth
Παραδείγματα
The chef thumped the dough to shape it before baking.
Ο σεφ χτύπησε τη ζύμη για να τη διαμορφώσει πριν την ψήσιμο.
02
χτυπά δυνατά, παλμοί
(of the heart) to beat or pulsate strongly and rapidly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thump
γ΄ ενικό πρόσωπο
thumps
ενεστώτα μετοχή
thumping
απλός αόριστος
thumped
παθητική μετοχή
thumped
Παραδείγματα
As the clock ticked down to zero, his heart thumped faster and faster.
Καθώς το ρολόι πλησίαζε το μηδέν, η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο γρήγορα.
03
βροντώ, χτυπώ
to make a dull, rhythmic sound, often as a result of a pulse or impact
Intransitive
Παραδείγματα
The door thumped shut as he stormed out in frustration.
Η πόρτα έκλεισε με ένα χτύπημα καθώς βγήκε έξω με αγανάκτηση.
Thump
01
χτύπημα, κτύπος
a heavy blow with the hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thumps
02
βαρύς ήχος, χτύπος
a heavy dull sound (as made by impact of heavy objects)
Λεξικό Δέντρο
thumping
thumping
thump



























