thrombolysis
throm
θrɒm
throm
bo
ˈbɒ
bo
ly
lɪ
li
sis
sɪs
sis
thrombosis

Ορισμός και σημασία του "thrombolysis"στα αγγλικά

01

θρομβόλυση, διάλυση θρόμβων αίματος

a medical procedure that involves the administration of medication to dissolve blood clots 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Thrombolysis is often used to treat acute ischemic stroke. 

Η θρομβόλυση χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store