throat infection
throat
ˈθrəʊt
threwt
in
ɪn
in
fec
fɛk
fek
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "throat infection"στα αγγλικά

Throat infection
01

λοιμώξηση του λαιμού, φαρυγγίτιδα

an inflammation of the throat that is typically caused by a viral or bacterial infection 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throat infections
Παραδείγματα
After complaining of a sore throat and difficulty swallowing, the doctor diagnosed her with a throat infection and prescribed antibiotics. 

Αφού παραπονέθηκε για πονόλαιμο και δυσκολία κατά την κατάποση, ο γιατρός της διέγνωσε λοιμώξη του λαιμού και της συνέταξε αντιβιοτικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store