thralldom
thrall
ˈθrɔ:l
thrawl
dom
dəm
dēm
thraldom

Ορισμός και σημασία του "thralldom"στα αγγλικά

01

δουλεία, υποτέλεια

the state of being under the control of another person 
thralldom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thralldom
thrall
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store