thrall
thrall
θrɔ:l
thrawl
thrill

Ορισμός και σημασία του "thrall"στα αγγλικά

01

δουλεία, υποταγή

a condition of being in servitude, bondage, or subjugation, typically under the control of another person or entity 
thrall definition and meaning
Παραδείγματα
The captured warriors were forced into thrall, serving their conquerors as laborers or soldiers. 

Οι αιχμάλωτοι πολεμιστές αναγκάστηκαν σε δουλεία, υπηρετώντας τους κατακτητές τους ως εργάτες ή στρατιώτες.

02

σκλάβος, δούλος

someone held in bondage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
thralls

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thralldom
thrall
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store